thermally
ther
ˈθɜ:
thē
ma
lly
li
li

Ορισμός και σημασία του "thermally"στα αγγλικά

01

θερμικά, με θερμικό τρόπο

regarding the transfer, storage, or utilization of heat energy 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The material was insulated thermally to prevent heat loss in the building. 

Το υλικό μονώθηκε θερμικά για να αποφευχθεί η απώλεια θερμότητας στο κτίριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store