Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
thermally
01
θερμικά, με θερμικό τρόπο
regarding the transfer, storage, or utilization of heat energy
Παραδείγματα
The solar panel functioned by capturing and converting solar energy thermally into electricity.
Το ηλιακό πάνελ λειτούργησε καταγράφοντας και μετατρέποντας θερμικά την ηλιακή ενέργεια σε ηλεκτρισμό.
Λεξικό Δέντρο
thermally
thermal
therm



























