Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
thereby
01
έτσι, συνεπώς
used to indicate how something is achieved or the result of an action
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She followed a healthy diet, thereby improving her overall well-being.
Ακολούθησε μια υγιεινή διατροφή, έτσι βελτιώνοντας τη γενική της ευεξία.



























