Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Therapist
01
θεραπευτής, ψυχοθεραπευτής
a qualified person whose job is treating people's mental issues by talking with them instead of giving them drugs
Παραδείγματα
She visited a therapist to work through her anxiety and stress management.
Επισκέφτηκε έναν θεραπευτή για να δουλέψει πάνω στο άγχος και τη διαχείριση του στρες της.
02
θεραπευτής, ειδικός
a professional trained in providing a specific form of therapy, physical, mental, or otherwise
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
therapists
Παραδείγματα
The athlete visited a therapist for sports rehabilitation.
Ο αθλητής επισκέφθηκε έναν θεραπευτή για αθλητική αποκατάσταση.



























