Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
therapeutic
01
θεραπευτικός, ωφέλιμος
having a positive effect on both physical and mental well-being
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most therapeutic
συγκριτικός βαθμός
more therapeutic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Gardening has therapeutic benefits, promoting relaxation and reducing stress.
Η κηπουρική έχει θεραπευτικά οφέλη, προάγοντας την χαλάρωση και μειώνοντας το στρες.
02
θεραπευτικός
(of medicine) related to actions that heal, alleviate, or prevent health issues
Παραδείγματα
Therapeutic treatments focus on healing and recovery.
Οι θεραπευτικές θεραπείες επικεντρώνονται στην επούλωση και την ανάκαμψη.
Therapeutic
01
θεραπευτικό, a medicine, treatment, or therapy intended to relieve pain or cure or prevent disease
a medicine or therapy that cures disease or relieve pain
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
therapeutics
Παραδείγματα
The doctor prescribed a therapeutic for her chronic condition.
Ο γιατρός συνέταξε ένα θεραπευτικό για την χρόνια κατάστασή της.
Λεξικό Δέντρο
therapeutic
therapeut



























