therapeutic
Pronunciation
/ˌθɛɹəpˈjutɪk/

Ορισμός και σημασία του "therapeutic"στα αγγλικά

therapeutic
01

θεραπευτικός, ωφέλιμος

having a positive effect on both physical and mental well-being
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most therapeutic
συγκριτικός βαθμός
more therapeutic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Yoga and meditation are therapeutic practices that promote mindfulness and inner peace.
Η γιόγκα και ο διαλογισμός είναι θεραπευτικές πρακτικές που προωθούν την πλήρη εγρήγορση και την εσωτερική γαλήνη.
02

θεραπευτικός

(of medicine) related to actions that heal, alleviate, or prevent health issues
Παραδείγματα
Therapeutic medications are prescribed to manage symptoms.
Τα θεραπευτικά φάρμακα συνταγογραφούνται για τη διαχείριση των συμπτωμάτων.
01

θεραπευτικό, a medicine, treatment, or therapy intended to relieve pain or cure or prevent disease

a medicine or therapy that cures disease or relieve pain
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
therapeutics
Παραδείγματα
He relied on a combination of therapeutics and lifestyle changes.
Βασίστηκε σε ένα συνδυασμό θεραπευτικών και αλλαγών στον τρόπο ζωής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store