theology
theo
ˈθiɒ
thio
lo
gy
ʤi
ji
cytologyontologyvirologypenology

Ορισμός και σημασία του "theology"στα αγγλικά

01

θεολογία, επιστήμη των θρησκειών

the study of religions and faiths 
theology definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She decided to study theology to better understand her faith. 

Αποφάσισε να σπουδάσει θεολογία για να κατανοήσει καλύτερα την πίστη της.

02

θεολογία, θρησκευτική διδασκαλία

a specific system, tradition, or school of religious beliefs and teachings 
Παραδείγματα
Catholic theology emphasizes the sacraments and papal authority. 

Η καθολική θεολογία τονίζει τα μυστήρια και την παπική εξουσία.

03

θεολογία, θρησκειολογία

the academic or professional study of religion, often pursued through formal courses in colleges or seminaries 
Παραδείγματα
He earned a degree in theology before becoming a minister. 

Απέκτησε πτυχίο στη θεολογία πριν γίνει υπουργός.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store