theft
theft
θɛft
theft
cleftleftdeftbereft

Ορισμός και σημασία του "theft"στα αγγλικά

01

κλοπή

the illegal act of taking something from a place or person without permission 
theft definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
thefts
Παραδείγματα
The police launched an investigation into the theft of expensive jewelry from the local boutique. 

Η αστυνομία ξεκίνησε έρευνα για την κλοπή ακριβών κοσμημάτων από το τοπικό μπουτίκ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store