Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
theatrical
01
θεατρικός, σχετικός με το θέατρο
of, relating to, or connected with the theater as an art form or profession
Παραδείγματα
The director is known for his contributions to theatrical design.
Ο σκηνοθέτης είναι γνωστός για τις συνεισφορές του στο θεατρικό σχεδιασμό.
02
θεατρικός, δραματικός
dramatic in style or effect
Παραδείγματα
The debate ended with a theatrical display of emotion.
Η συζήτηση τελείωσε με μια θεατρική επίδειξη συναισθήματος.
Theatrical
01
θεατρικός ηθοποιός, ηθοποιός θεάτρου
a professional actor or actress who performs in plays or other stage productions
Παραδείγματα
As a theatrical, she traveled across the country performing in different theaters.
Ως θεατρική ηθοποιός, ταξίδεψε σε όλη τη χώρα παίζοντας σε διαφορετικά θέατρα.
02
θεατρική παράσταση, θεατρικό έργο
a dramatic production
Παραδείγματα
Critics praised the theatrical for its innovative staging.
Οι κριτικοί επαίνεσαν το θεατρικό έργο για την καινοτόμο σκηνοθεσία του.
Λεξικό Δέντρο
theatricality
theatrically
untheatrical
theatrical
theatric



























