Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Thawing
01
απόψυξη, τήξη
warm weather following a freeze; snow and ice melt
02
απόψυξη, τήξη
the process whereby heat changes something from a solid to a liquid
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
thawing
thaw



























