Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Thaumaturge
01
θαυματουργός, μάγος
one who practices magic or sorcery
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
thaumaturges
Λεξικό Δέντρο
thaumaturgist
thaumaturge
thaum



























