thaumaturge
thau
ˈθɔ:
thaw
ma
mə
mē
turge
tɜ:ʤ
tēj

Ορισμός και σημασία του "thaumaturge"στα αγγλικά

01

θαυματουργός, μάγος

one who practices magic or sorcery 
thaumaturge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
thaumaturges

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

thaumaturgist
thaumaturge
thaum
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store