th
th
ti:eɪʧ
τιειτσ

Ορισμός και σημασία του "th"στα αγγλικά

01

Πέμπτη, η πέμπτη ημέρα της εβδομάδας

the fifth day of the week; the fourth working day 
th definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
Thursdays

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store