terrain
te
rrain
ˈreɪn
rein
terrapin

Ορισμός και σημασία του "terrain"στα αγγλικά

01

έδαφος, τοπίο

an area of land, particularly in reference to its physical or natural features 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
terrains
Παραδείγματα
The rugged terrain of the mountainous region posed a significant challenge for the hikers, requiring careful navigation and endurance. 

Ο ανώμαλος έδαφος της ορεινής περιοχής αποτέλεσε σημαντική πρόκληση για τους πεζοπόρους, απαιτώντας προσεκτική πλοήγηση και αντοχή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store