Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
terminated
01
διακοπείσα, τερματισμένη
(of e.g. a contract or term of office) having come to an end
Λεξικό Δέντρο
terminated
terminate
termin
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
διακοπείσα, τερματισμένη
Λεξικό Δέντρο