Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
terminated
01
διακοπείσα, τερματισμένη
(of e.g. a contract or term of office) having come to an end
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most terminated
συγκριτικός βαθμός
more terminated
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
terminated
terminate
termin



























