billfold
bill
ˈbɪl
bil
fold
fəʊld
fewld

Ορισμός και σημασία του "billfold"στα αγγλικά

01

πορτοφόλι, βαλάντιο

a pocket-size case for holding papers and paper money 
billfold definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
billfolds
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store