Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tense up
[phrase form: tense]
01
τεντώνω, γερνώ
to create a state of tension and discomfort
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
tense
ενεστώτας
tense up
γ΄ ενικό πρόσωπο
tenses up
ενεστώτα μετοχή
tensing up
απλός αόριστος
tensed up
παθητική μετοχή
tensed up
Παραδείγματα
The constant pressure from deadlines is tensing up the entire office.
Η συνεχής πίεση από τις προθεσμίες τεντώνει όλο το γραφείο.
02
τεντώνομαι, νευριάζω
to feel nervous without any specific reason
Παραδείγματα
As the exam began, many students started to tense up.
Καθώς ξεκινούσε η εξέταση, πολλοί μαθητές άρχισαν να τεντώνονται.



























