tenfold
ten
ˈtɛn
τεν
fold
ˌfoʊld
φουλντ
British pronunciation
/tˈɛnfə‌ʊld/
ten-fold

Ορισμός και σημασία του "tenfold"στα αγγλικά

01

δεκαπλάσιος, κατά δέκα φορές

by ten times as much in quantity, degree, or extent
tenfold definition and meaning
example
Παραδείγματα
The value of her investment has increased tenfold since she bought the shares.
Η αξία της επένδυσής της έχει αυξηθεί δεκαπλάσια από τότε που αγόρασε τις μετοχές.
01

δεκαπλάσιος, δέκα φορές μεγαλύτερος

being ten times as great in size, amount, number, or degree
example
Παραδείγματα
Our efforts have yielded a tenfold return on investment.
Οι προσπάθειές μας έχουν αποφέρει δεκαπλάσια απόδοση της επένδυσης.
02

δεκαπλάσιος, αποτελούμενος από δέκα μέρη

composed of ten parts or elements
example
Παραδείγματα
The tenfold division of the curriculum helps students focus on key areas.
Η δεκαπλή διαίρεση του προγράμματος σπουδών βοηθά τους μαθητές να επικεντρωθούν σε βασικές περιοχές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store