Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tenfold
01
δεκαπλάσιος, κατά δέκα φορές
by ten times as much in quantity, degree, or extent
Παραδείγματα
The value of her investment has increased tenfold since she bought the shares.
Η αξία της επένδυσής της έχει αυξηθεί δεκαπλάσια από τότε που αγόρασε τις μετοχές.
tenfold
01
δεκαπλάσιος, δέκα φορές μεγαλύτερος
being ten times as great in size, amount, number, or degree
Παραδείγματα
Our efforts have yielded a tenfold return on investment.
Οι προσπάθειές μας έχουν αποφέρει δεκαπλάσια απόδοση της επένδυσης.
Παραδείγματα
The tenfold division of the curriculum helps students focus on key areas.
Η δεκαπλή διαίρεση του προγράμματος σπουδών βοηθά τους μαθητές να επικεντρωθούν σε βασικές περιοχές.



























