Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tendril
01
μπούκλα, στριφτή τρίχα
a thin and curled piece of something, especially of hair
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tendrils
02
κλήμα, νήμα
slender stem-like structure by which some twining plants attach themselves to an object for support



























