Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tendentious
01
τεντενσιόζος, μεροληπτικός
stating a cause or opinion that one strongly believes in, particularly one that causes a lot of controversy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tendentious
συγκριτικός βαθμός
more tendentious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The journalist’s tendentious article sparked heated debates online.
Το προκατειλημμένο άρθρο του δημοσιογράφου πυροδότησε έντονες διαφωνίες στο διαδίκτυο.
Λεξικό Δέντρο
tendentiously
tendentiousness
tendentious
tendency
tend



























