Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tench
01
τέντζα, κοινή τέντζα
a European freshwater fish of the minnow family that can survive in waters with low oxygen levels
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tenches
LanGeek



























