tenacity
te
na
ˈnæ
ci
si
ty
ti
ti
telicity

Ορισμός και σημασία του "tenacity"στα αγγλικά

01

επιμονή, καταπάνω

the quality or trait of being persistent, determined, and unwilling to give up, especially in the face of challenges or obstacles 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Her tenacity helped her overcome numerous setbacks. 

Η επιμονή της τη βοήθησε να ξεπεράσει πολλά εμπόδια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store