temerity
te
tə
tē
me
ˈmɛ
me
ri
rə
rē
ty
ti
ti
celerityhilaritypolarityposterity

Ορισμός και σημασία του "temerity"στα αγγλικά

01

θρασύτητα, τολμηρότητα

the quality of being foolishly or rudely bold 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
It was with considerable temerity that she questioned the CEO’s decisions. 

Με σημαντική θρασύτητα αμφισβήτησε τις αποφάσεις του CEO.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store