Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tell on
01
καταδίδω, μουτζώνω
to give away information one has obtained about someone, particularly to someone in authority
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
tell
ενεστώτας
tell on
γ΄ ενικό πρόσωπο
tells on
ενεστώτα μετοχή
telling on
απλός αόριστος
told on
παθητική μετοχή
told on
Παραδείγματα
He told on his classmates when he saw them cheating on the test.
Κατήγγειλε τους συμμαθητές του όταν τους είδε να κλέβουν στις εξετάσεις.
02
επηρεάζω, επιδράω
(of an experience or a period of time) to affect someone, often in a negative way
Παραδείγματα
The stress from work was telling on her health.
Το άγχος από τη δουλειά επηρέαζε την υγεία της.



























