Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tell on
01
καταδίδω, μουτζώνω
to give away information one has obtained about someone, particularly to someone in authority
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
tell
ενεστώτας
tell on
γ΄ ενικό πρόσωπο
tells on
ενεστώτα μετοχή
telling on
απλός αόριστος
told on
παθητική μετοχή
told on
Παραδείγματα
I wo n't tell on you for accidentally breaking the vase if you help me clean it up.
Δεν θα σε καταγγείλω για το τυχαίο σπάσιμο του βάζου αν με βοηθήσεις να το καθαρίσω.
02
επηρεάζω, επιδράω
(of an experience or a period of time) to affect someone, often in a negative way
Παραδείγματα
The extreme weather conditions were telling on the health of the community.
Οι ακραίες καιρικές συνθήκες επηρέαζαν την υγεία της κοινότητας.



























