Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tell off
01
μαλώνω, επιπλήττω
to express sharp disapproval or criticism of someone's behavior or actions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
tell
ενεστώτας
tell off
γ΄ ενικό πρόσωπο
tells off
ενεστώτα μετοχή
telling off
απλός αόριστος
told off
παθητική μετοχή
told off
Παραδείγματα
I ca n’t believe she told me off in front of everyone.
Δεν μπορώ να πιστέψω ότι με μαλώθηκε μπροστά σε όλους.



























