Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Teleselling
01
τηλεπώληση, πώληση μέσω τηλεφώνου
the use of the telephone as an interactive medium for promotion and sales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























