Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Telemark
01
μια στροφή telemark, μια περιστροφή telemark
a turn made in skiing; the outside ski is placed ahead and turned gradually inwards
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
telemarks
02
μια φιγούρα χορού σαλόνι με βήμα μπροστά, βήμα κλεισίματος και βήμα πίσω
a ballroom dance figure with a forward step, closing step, and backward step, often used in waltz and foxtrot



























