teethe
teethe
tið
tidh
/tˈiːð/

Ορισμός και σημασία του "teethe"στα αγγλικά

to teethe
01

βγάζω δόντια, κουφώνω δόντια

to grow the first teeth through the gums as a baby
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
teethe
γ΄ ενικό πρόσωπο
teethes
ενεστώτα μετοχή
teething
απλός αόριστος
teethed
παθητική μετοχή
teethed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store