Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to teethe
01
βγάζω δόντια, κουφώνω δόντια
to grow the first teeth through the gums as a baby
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
teethe
γ΄ ενικό πρόσωπο
teethes
ενεστώτα μετοχή
teething
απλός αόριστος
teethed
παθητική μετοχή
teethed
Παραδείγματα
The baby is teething and seems a bit fussy.
Το μωρό βγάζει δόντια και φαίνεται λίγο ευερέθιστο.



























