to teethe
Pronunciation
/ˈtið/

Ορισμός και σημασία του "teethe"στα αγγλικά

to teethe
01

βγάζω δόντια, κουφώνω δόντια

to grow the first teeth through the gums as a baby
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
teethe
γ΄ ενικό πρόσωπο
teethes
ενεστώτα μετοχή
teething
απλός αόριστος
teethed
παθητική μετοχή
teethed
Παραδείγματα
The parents read tips on how to soothe a baby who is teething.
Οι γονείς διαβάζουν συμβουλές για το πώς να ηρεμήσουν ένα μωρό που βγάζει δόντια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store