Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Teeth
01
οδοντοστοιχία, δόντωση
the kind and number and arrangement of teeth (collectively) in a person or animal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
οδοντοστοιχία, δόντωση