teasing
tea
ˈti:
ti
sing
zɪng
zing
tearing

Ορισμός και σημασία του "teasing"στα αγγλικά

01

πειράζων, ενοχλητικός

causing irritation or annoyance 
teasing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most teasing
συγκριτικός βαθμός
more teasing
διαβαθμίσιμο
02

πειραχτικός, κοροϊδευτικός

playfully mocking or provoking, often in a lighthearted way 
Παραδείγματα
She gave him a teasing smile after his clumsy mistake. 

Του έδωσε ένα πειραχτικό χαμόγελο μετά από το αδέξιο λάθος του.

03

προκλητικός, ερεθιστικός

arousing sexual desire without intending to satisfy it 
01

πειραγμός, χλευασμός

the act of harassing someone playfully or maliciously (especially by ridicule); provoking someone with persistent annoyances 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
teasings
02

πείραγμα, αστείο

playful vexation 
03

ξέπλεγμα, χτένισμα

the act of removing tangles from you hair with a comb 

Λεξικό Δέντρο

teasingly
teasing
tease
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store