Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tear apart
01
σκίζω, χωρίζω
to separate or destroy by causing serious arguments in a country, organization, or group
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
apart
βασικό ρήμα
tear
ενεστώτας
tear apart
γ΄ ενικό πρόσωπο
tears apart
ενεστώτα μετοχή
tearing apart
απλός αόριστος
tore apart
παθητική μετοχή
torn apart
Παραδείγματα
Strong opposing opinions may tear the family apart.
Ισχυρές αντίθετες απόψεις μπορεί να διαλύσουν την οικογένεια.
02
σκίζω, καταστρέφω
to cause emotional distress or deep sadness
Παραδείγματα
The news of the accident tore her apart emotionally.
Τα νέα για το ατύχημα την έσχισαν συναισθηματικά.



























