to tear apart
Pronunciation
/tˌɛɹ ɐpˈɑːɹt/

Ορισμός και σημασία του "tear apart"στα αγγλικά

to tear apart
[phrase form: tear]
01

σκίζω, χωρίζω

to separate or destroy by causing serious arguments in a country, organization, or group
to tear apart definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
apart
βασικό ρήμα
tear
ενεστώτας
tear apart
γ΄ ενικό πρόσωπο
tears apart
ενεστώτα μετοχή
tearing apart
απλός αόριστος
tore apart
παθητική μετοχή
torn apart
Παραδείγματα
Political differences can tear a nation apart.
Οι πολιτικές διαφορές μπορούν να διαλύσουν ένα έθνος.
02

σκίζω, καταστρέφω

to cause emotional distress or deep sadness
Παραδείγματα
The criticism from her peers tore apart her self-esteem.
Η κριτική από τους συνομηλίκους της σκίστηκε την αυτοεκτίμησή της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store