Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tear apart
[phrase form: tear]
01
σκίζω, χωρίζω
to separate or destroy by causing serious arguments in a country, organization, or group
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
apart
βασικό ρήμα
tear
ενεστώτας
tear apart
γ΄ ενικό πρόσωπο
tears apart
ενεστώτα μετοχή
tearing apart
απλός αόριστος
tore apart
παθητική μετοχή
torn apart
Παραδείγματα
Political differences can tear a nation apart.
Οι πολιτικές διαφορές μπορούν να διαλύσουν ένα έθνος.
02
σκίζω, καταστρέφω
to cause emotional distress or deep sadness
Παραδείγματα
The criticism from her peers tore apart her self-esteem.
Η κριτική από τους συνομηλίκους της σκίστηκε την αυτοεκτίμησή της.



























