teapot
tea
ˈti:
ti
pot
ˌpɒt
pot
tippet

Ορισμός και σημασία του "teapot"στα αγγλικά

01

τσαγερό

a container with a handle, lid, and spout for brewing and serving tea 
teapot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
teapots
Παραδείγματα
She poured hot water into the teapot to brew her favorite herbal tea. 

Έριξε ζεστό νερό στην τσαγιέρα για να φτιάξει το αγαπημένο της τσάι βοτάνων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store