Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to teach
01
διδάσκω, παρέχω μαθήματα
to give lessons to students in a university, college, school, etc.
Transitive: to teach a subject
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
ενεστώτας
teach
γ΄ ενικό πρόσωπο
teaches
ενεστώτα μετοχή
teaching
απλός αόριστος
taught
παθητική μετοχή
taught
Παραδείγματα
She teaches yoga to promote health and well-being.
Αυτή διδάσκει γιόγκα για την προώθηση της υγείας και της ευεξίας.
02
διδάσκω, εκπαιδεύω
to assist or enable someone to acquire some knowledge, skills, or abilities
Ditransitive: to teach sb a skill or knowledge | to teach a skill or knowledge to sb
Παραδείγματα
The swim instructor teaches children how to swim.
Ο δάσκαλος κολύμβησης διδάσκει τα παιδιά να κολυμπούν.
03
συνηθίζω, εθίζω
to accustom or habituate someone to a particular action or attitude
Ditransitive: to teach sb to do sth
Παραδείγματα
The parenting books teach parents to establish bedtime routines to help their children sleep better.
Τα βιβλία γονικής μέριμνας διδάσκουν τους γονείς να καθιερώνουν ρουτίνες πριν τον ύπνο για να βοηθήσουν τα παιδιά τους να κοιμούνται καλύτερα.
Λεξικό Δέντρο
teachable
teacher
teaching
teach



























