tchotchke
tchotch
ˈʧɒʧ
choch
ke

Ορισμός και σημασία του "tchotchke"στα αγγλικά

01

φτηνό κοσμήμα, επιδεικτικό κουμπί

(Yiddish) an inexpensive showy trinket 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tchotchkes
02

(Γίντις) μια ελκυστική, ασυνήθιστη γυναίκα

(Yiddish) an attractive, unconventional woman 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store