taxpayer
tax
ˈtæks
tāks
payer
peɪə
peie

Ορισμός και σημασία του "taxpayer"στα αγγλικά

01

φορολογούμενος, πληρωτής φόρων

someone who pays taxes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
taxpayers

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

taxpayer

tax

+

payer

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store