Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Taxpayer
01
φορολογούμενος, πληρωτής φόρων
someone who pays taxes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
taxpayers
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
φορολογούμενος, πληρωτής φόρων