Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tavern
01
ταβέρνα, καρχαρίας
a place where alcoholic drinks and sometimes food are served, often for socializing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
taverns
Παραδείγματα
They gathered at the tavern for drinks and conversation.
Συγκεντρώθηκαν στην ταβέρνα για ποτά και συζήτηση.



























