Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tattily
01
με φθαρμένο τρόπο, με κουρελιασμένη εμφάνιση
in a manner that appears worn out, shabby, or of poor quality due to age or use
Παραδείγματα
The furniture sat tattily in the abandoned house.
Τα έπιπλα ήταν τοποθετημένα φθαρμένα στο εγκαταλειμμένο σπίτι.
Λεξικό Δέντρο
tattily
tatty
tat



























