Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tart
01
τάρτα, πίτα
a pie with no top filled with something sweet or savory
02
πόρνη, τσούλα
a woman who engages in sexual activity for payment
Λεξικό Δέντρο
tartly
tartness
tart
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
τάρτα, πίτα
πόρνη, τσούλα
Λεξικό Δέντρο