tarragon
ta
ˈtæ
rra
gon
gən
gēn

Ορισμός και σημασία του "tarragon"στα αγγλικά

01

εστραγκόν, βότανο δράκου

an aromatic plant of the daisy family, the narrow leaves of which are used in cooking 
tarragon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tarragons
Παραδείγματα
She added a touch of tarragon to her creamy mushroom soup. 

Πρόσθεσε μια πινελιά ταραγκόν στην κρεμώδη σούπα μανιταριών της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store