Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tarsal
01
ταρσικός, οστό του ταρσού
(anatomy) any of the cluster of seven small bones in the foot between the ankle and upper foot
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tarsals
tarsal
01
ταρσιακός, σχετικός με τον ταρσό του ποδιού
of or relating to or near the tarsus of the foot
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο



























