Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tarry
01
καθυστερώ, χρονοτριβώ
to delay departure, often due to reluctance to leave or being absorbed in an activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tarry
γ΄ ενικό πρόσωπο
tarries
ενεστώτα μετοχή
tarrying
απλός αόριστος
tarried
παθητική μετοχή
tarried
Παραδείγματα
We decided to tarry at the beach a little longer to watch the sunset.
Αποφασίσαμε να περιμένετε λίγο παραπάνω στην παραλία για να δούμε το ηλιοβασίλεμα.
02
καθυστερώ, χρονοτριβώ
leave slowly and hesitantly
tarry
01
πισσώδης, λαδόμορφος
having the characteristics of pitch or tar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
tarriest
συγκριτικός βαθμός
tarrier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
substance, texture, appearance
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
tarriance
tarry



























