to tarry
ta
ˈtɑ:
taa
rry
ri
ri
terrytardy
tarried

Ορισμός και σημασία του "tarry"στα αγγλικά

to tarry
01

καθυστερώ, χρονοτριβώ

to delay departure, often due to reluctance to leave or being absorbed in an activity 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tarry
γ΄ ενικό πρόσωπο
tarries
ενεστώτα μετοχή
tarrying
απλός αόριστος
tarried
παθητική μετοχή
tarried
Παραδείγματα
We decided to tarry at the beach a little longer to watch the sunset. 

Αποφασίσαμε να περιμένετε λίγο παραπάνω στην παραλία για να δούμε το ηλιοβασίλεμα.

02

καθυστερώ, χρονοτριβώ

leave slowly and hesitantly 
01

πισσώδης, λαδόμορφος

having the characteristics of pitch or tar 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
tarriest
συγκριτικός βαθμός
tarrier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
substance, texture, appearance

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

tarriance
tarry
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store