Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tarry
01
καθυστερώ, χρονοτριβώ
to delay departure, often due to reluctance to leave or being absorbed in an activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tarry
γ΄ ενικό πρόσωπο
tarries
ενεστώτα μετοχή
tarrying
απλός αόριστος
tarried
παθητική μετοχή
tarried
Παραδείγματα
The travelers tarried at the scenic viewpoint to take photographs of the landscape.
Οι ταξιδιώτες κάθισαν στο αξιοθέατο σημείο για να τραβήξουν φωτογραφίες του τοπίου.
02
καθυστερώ, χρονοτριβώ
leave slowly and hesitantly
tarry
01
πισσώδης, λαδόμορφος
having the characteristics of pitch or tar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
tarriest
συγκριτικός βαθμός
tarrier
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
tarriance
tarry



























