Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tap dancing
01
ταπ ντανς, χορός ταπ
a type of dance where a person makes clear, quick sounds by hitting the floor with special shoes that have small metal plates on the bottom
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tap dancings
Παραδείγματα
She learned tap dancing at a young age.
Έμαθε ταπ χορό σε νεαρή ηλικία.



























