tannin
ta
ˈtæ
ται
nnin
nɪn
νιν
phycocyanin

Ορισμός και σημασία του "tannin"στα αγγλικά

01

τανίνη, στυπτική ουσία

a natural compound in plants, like grapes and tea, that gives astringency to foods and drinks 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tannins
Παραδείγματα
Tea has tannin, which can make it taste a bit bitter. 

Το τσάι περιέχει τανίνες, που μπορούν να του δώσουν μια ελαφρώς πικρή γεύση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store