to tangle with
tangle
'tængəl
tāngēl
with
wɪð
vidh

Ορισμός και σημασία του "tangle with"στα αγγλικά

to tangle with
01

παλεύω με, διαφωνώ με

to engage in a fight or argument with someone or something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
with
βασικό ρήμα
tangle
ενεστώτας
tangle with
γ΄ ενικό πρόσωπο
tangles with
ενεστώτα μετοχή
tangling with
απλός αόριστος
tangled with
παθητική μετοχή
tangled with

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store