Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tangle with
01
παλεύω με, διαφωνώ με
to engage in a fight or argument with someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
with
βασικό ρήμα
tangle
ενεστώτας
tangle with
γ΄ ενικό πρόσωπο
tangles with
ενεστώτα μετοχή
tangling with
απλός αόριστος
tangled with
παθητική μετοχή
tangled with



























