Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bigos
01
μπίγκος, ένα παραδοσιακό πολωνικό στιφάδο με διάφορα κρέατα
a traditional Polish stew made with various meats, sauerkraut, cabbage, and a blend of spices
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bigos



























