bigos
bi
ˈbi:
μπι
gos
gɒs
γκοσ
bibos

Ορισμός και σημασία του "bigos"στα αγγλικά

01

μπίγκος, ένα παραδοσιακό πολωνικό στιφάδο με διάφορα κρέατα

a traditional Polish stew made with various meats, sauerkraut, cabbage, and a blend of spices 
bigos definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bigos

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store