Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bight
01
θηλιά, μεσαίο τμήμα μιας χαλαρής σχοινί
the middle part of a slack rope (as distinguished from its ends)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bights
02
μια ευρεία εσοχή, ένας κόλπος
a broad indentation or bay in a coastline, typically characterized by a wide curve or open expanse of water
Παραδείγματα
The sailors sought refuge in the tranquil bight, where the waters were calm and protected from the open sea.
Οι ναυτικοί αναζήτησαν καταφύγιο στην ήρεμη αγκυροβόλιο, όπου τα νερά ήταν ήρεμα και προστατευμένα από την ανοιχτή θάλασσα.
03
μια καμπή, μια στροφή
a bend or curve (especially in a coastline)
04
βρόχος, θηλιά
a loop in a rope
to bight
01
συνδέω με μια θηλιά, σταθεροποιώ με μια θηλιά
fasten with a bight
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bight
γ΄ ενικό πρόσωπο
bights
ενεστώτα μετοχή
bighting
απλός αόριστος
bighted
παθητική μετοχή
bighted



























