bight
Pronunciation
/ˈbaɪt/

Ορισμός και σημασία του "bight"στα αγγλικά

01

θηλιά, μεσαίο τμήμα μιας χαλαρής σχοινί

the middle part of a slack rope (as distinguished from its ends)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bights
02

μια ευρεία εσοχή, ένας κόλπος

a broad indentation or bay in a coastline, typically characterized by a wide curve or open expanse of water
Παραδείγματα
The bight was a popular spot for recreational activities such as swimming, kayaking, and picnicking, attracting visitors from far and wide to its tranquil shores.
Ο κόλπος ήταν ένα δημοφιλές σημείο για αναψυχικές δραστηριότητες όπως η κολύμβηση, το καγιάκ και τα πικνίκ, προσελκύοντας επισκέπτες από μακριά στις ήρεμες ακτές του.
03

μια καμπή, μια στροφή

a bend or curve (especially in a coastline)
04

βρόχος, θηλιά

a loop in a rope
to bight
01

συνδέω με μια θηλιά, σταθεροποιώ με μια θηλιά

fasten with a bight
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bight
γ΄ ενικό πρόσωπο
bights
ενεστώτα μετοχή
bighting
απλός αόριστος
bighted
παθητική μετοχή
bighted
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store