Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bight
01
θηλιά, μεσαίο τμήμα μιας χαλαρής σχοινί
the middle part of a slack rope (as distinguished from its ends)
02
μια ευρεία εσοχή, ένας κόλπος
a broad indentation or bay in a coastline, typically characterized by a wide curve or open expanse of water
Παραδείγματα
The bight was a popular spot for recreational activities such as swimming, kayaking, and picnicking, attracting visitors from far and wide to its tranquil shores.
Ο κόλπος ήταν ένα δημοφιλές σημείο για αναψυχικές δραστηριότητες όπως η κολύμβηση, το καγιάκ και τα πικνίκ, προσελκύοντας επισκέπτες από μακριά στις ήρεμες ακτές του.
03
μια καμπή, μια στροφή
a bend or curve (especially in a coastline)
04
βρόχος, θηλιά
a loop in a rope
to bight
01
συνδέω με μια θηλιά, σταθεροποιώ με μια θηλιά
fasten with a bight



























