Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bighearted
01
γενναιόδωρος, συμπονετικός
having a generous and compassionate nature, often willing to help others selflessly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bighearted
συγκριτικός βαθμός
more bighearted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His bighearted support during her difficult time made a significant difference in her life.
Η μεγαλόψυχη στήριξή του κατά τη δύσκολη περίοδό της έκανε σημαντική διαφορά στη ζωή της.
Λεξικό Δέντρο
bigheartedness
bighearted



























