bigamist
bi
ˈbɪ
bi
ga
mist
mɪst
mist

Ορισμός και σημασία του "bigamist"στα αγγλικά

01

διγαμιστής, άτομο που ασκεί διγαμία

someone who marries one person while still legally married to another 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bigamists
Παραδείγματα
He was charged as a bigamist. 

Κατηγορήθηκε ως διγαμιστής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store