Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Takeaway
01
φαγητό για το σπίτι, παραγγελία για αντικαταβολή
a meal bought from a restaurant or store to be eaten somewhere else
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
takeaways
Παραδείγματα
The best takeaway I ’ve had in years was from a local sushi place.
Το καλύτερο takeaway που είχα εδώ και χρόνια ήταν από ένα τοπικό εστιατόριο σούσι.
02
ανάκτηση, παραβίαση
the act of taking the ball or puck away from the team on the offense (as by the interception of a pass)
03
παραχώρηση, συμβιβασμός
a concession made by a labor union to a company that is trying to lower its expenditures
Λεξικό Δέντρο
takeaway
take
away



























